ΑφιέρωμαΒιβλίαΠοίησηΤέχνες

Έρωτας και Αρχιπέλαγος

(Μέρος 4ο)

Η προεργασία που είχε κάνει-πιο περιορισμένα στα πρώτα του έργα, γερά και στέρεα από το Άξιον Εστί και μετά- πάνω στη δομημένη οργάνωση της ποιητικής ιδέας αξιοποιείται στο έπακρο με το Μονόγραμμα και φτάνει στο αποκορύφωμά της. Ο ποιητής θέλει να ελέγξει πρώτα τον ίδιο του τον εαυτό, να αποστασιοποιηθεί από το πάθος, για να μπορέσει να το εκφράσει με επιτυχία. Αναμετριέται με τις ποιητικές του δυνάμεις και κατορθώνει να τραβήξει πέρα και πάνω από την έως τότε ποιητική παράδοση θέτοντας νέους αυτοπεριορισμούς, τέτοιους που να λειτουργούν ως θεμέλια γερά για το ποιητικό αλλά και νοητικό του οικοδόμημα. Το Μονόγραμμα αναπτύσσεται σε επτά ενότητες με την προοδευτική αύξηση και μείωση της έντασης ενός κίονα.

H ποίηση τις περισσότερες φορές έχεις τις ρίζες της στο παρελθόν, πάντα όμως ανήκει στο μέλλον. Ο ποιητής αντλεί δυνάμεις από το βιωμένο παρελθόν, από το δραματικό παρόν και τις μετουσιώνει σε ποιότητες μέλλοντος. Βιώνει πολλές φορές το τραύμα της απόρριψης, της αμφισβήτησης, της άρνησης του καιρού του. Αλλά ο γνήσιος, ο συνειδητός ποιητής ξέρει πως γράφει για το άχρονο. Όχι για το παρελθόν, όχι για το παρόν, δε γράφει καν για το μέλλον. Γράφει για το άχρονο. Εξαπολύει ενέργεια από τα έγκατα της δικής του καταβύθισης κι αυτή όλο διαστέλλεται για να οριοθετήσει τη θέση της στο άπειρο.

Στο Μονόγραμμα ο ποιητής αποφασίζει να συγγράψει μια ποιητική διαθήκη. Να συμπεριλάβει όλα τα αγαπημένα του ποιητικά στοιχεία, όσα τον συντρόφεψαν, αυτά με τα οποία έχτισε το μέχρι εκείνη τη στιγμή ποιητικό του σύμπαν. Γνωρίζει όμως το ασύμπτωτο της πεπερασμένης του ζωής και του απείρου της Ποίησης. Η τελευταία, θα εξακολουθήσει να ταξιδεύει στο χρόνο ερήμην του. Η δική του αγαπημένη θα γίνει αγαπημένη κάποιου άλλου. Θα παραδοθεί και θα καθυποτάξει. Θα ενωθεί και θα κατακτηθεί.

Μια στιγμή θα συγκατατεθεί ο Καιρός

Πώς αλλιώς, αφού αγαπιούνται οι άνθρωποι

 Το αμετάκλητο – πώς αλλιώς;- της μεταστροφής, αυτής, η αγαπητική σχέση της Ποίησης με τον ποιητή, η αγαπητική σχέση των ανθρώπων. Η αγάπη των ανθρώπων. Για την αγάπη γράφει κι ο ίδιος ο Ελύτης. Την αγάπη προς τους ανθρώπους και προς τα πράγματα, προς την ίδια ιδέα της Ποίησης.

Μία στιγμή. Μια στιγμή αρκεί για την ποιητική σύλληψη. Για τη σύλληψη  και του ίδιου του μελλοντικού ποιητή. Του ποιητή που έρχεται από και για το μέλλον. Κι είναι που ο Ελύτης τον συναντά. Έξω απ’ τον Χρόνο και απόλυτα μέσα στον Καιρό. Γιατί, αν ο Χρόνος είναι μία διάσταση που ο άνθρωπος δεν μπορεί να ελέγξει ή ακόμα και να συλλάβει, ο Καιρός είναι συνυφασμένος με τη Μοίρα του, με το ίδιο του το είναι. Πολύ περισσότερο όταν μιλάει κανείς για την Ποίηση. Ο Καιρός είναι το σταμάτημα του Χρόνου.

Πενθώ

Πενθώ. Γιατί εγώ φεύγω κι εσύ μένεις πίσω. Η ανατροπή! Να μην πενθεί αυτή που μένει γι’ αυτό που χάνεται, αλλά το αντίστροφο. Να πενθεί αυτός που φεύγει για την απώλειά της. Για εκείνη που μένει πίσω και που θα δοθεί σε άλλον πια. Αυτή που μένει, μένει πίσω κραταιά ως αιωνιότητα.

Τόσο ειλικρινές, τόσο απογυμνωμένο το πρώτο ενικό. Δίπλα δίπλα η αλαζονεία και η ταπείνωση. Η αναγνώριση του πεπερασμένου της ανθρώπινης φθαρτότητας. Ο άνθρωπος που φέρει τον ποιητή. Που εμφορείται από εκείνον. Από την ανεξέλεγκτη δύναμη της Ποίησης.

Πενθεί ο ποιητής για την απώλεια των πιο απλών, των πιο ακέραιων υλικών που γνώρισε και που υποτάχθηκαν στην ποιητική και στην Ποίηση. Πρώτα πενθεί τον ήλιο, διότι από εκεί ξεκινά και εκεί καταλήγει το ποιητικό σύμπαν. Η μεταφυσική του φωτός. Το ποιητικό στερέωμα είναι ένας κύκλος με κέντρο τον ήλιο, το φωτοδότη και τον ιδεοφόρο.

Πενθεί ο ποιητής τα περασμένα και τα μελλούμενα. Τα περασμένα, εάν είναι αλήθεια. Το πραγματικό υπάρχει στις παρυφές του οράματος και το όραμα συνιστά μια νέα αλήθεια. Την ποιητική αλήθεια. Ο ποιητής βιώνει δύο κόσμους. Με το ένα πόδι πατάει στον κόσμο του πραγματικού, στον κόσμο των αισθήσεων και με το άλλο στον κόσμο του υπερβατικού, των αισθημάτων.

Πάντα

Το πάντα είναι η αλήθεια. Ο χρόνος είναι η κοίτη που τη δέχεται. Η Ποίηση είναι φτιαγμένη να περιέχει τα πάντα. Στο Μονόγραμμα ο Ελύτης ξεδιπλώνει τη σκέψη του στο χώρο, στο χρόνο. Την αναπτύσσει στη διάρκεια. Στο πάντα. Όχι το εδώ «πάντα», το ανθρώπινο, αλλά το εκεί, το ποιητικό, το υπερκόσμιο. Το «πάντα» στο επέκεινα. Το νυν και αεί. Η αχανής αυτή διάσταση μπορεί να πληρωθεί μόνο από την αγάπη.

Η επανάληψη του σ’ αγαπώ δηλώνει τη διάρκεια, τη συνέχεια, το πάντα. Η αγάπη αυτή παίρνει τη διάσταση λατρείας, απόλυτης προσήλωσης, σχεδόν θρησκευτικής κατάνυξης. Η λατρεία αυτή εξαργυρώνεται, μεταφράζεται σε καθαρή ποίηση, μια αποκρυπτογράφηση της μουσικής που διέπει το σύμπαν, της ομορφιάς που το συνέχει, της αλήθειας που είναι άδηλη. Ο ποιητής γίνεται μάρτυρας στη θρησκεία αυτή Μαρτυρεί και μαρτυρά. Πάσχει κι αποκαλύπτει.

Επειδή το αδοκίμαστο και το  απ’ αλλού φερμένο

Δεν τ’ αντέχουν οι άνθρωποι κι είναι νωρίς, μ’ ακούς

Να μιλώ για σένα και για μένα.

 Ο ποιητής μιλά το αδοκίμαστο. Το απ’ αλλού φερμένο. Από τον κόσμο τον ανονείρευτο. Από το χρόνο τον έως τότε μη βιωμένο. Έως κι αυτή η ωραιότητα, όμως, για εκείνον που δεν είναι έτοιμος, που δεν είναι πρόθυμος να την αντικρίσει, γίνεται θέαμα φρικτό και εφιάλτης. Διότι στον άλλο, τον υπερκόσμιο, τον ποιητικό, τον μέσα στους τέσσερις τοίχους, όλα είναι απλά. Κατανοητά. Γιατί είναι αιώνια.

Ο ποιητής έχει διανύσει την πορεία εκείνη που του εξασφαλίζει την έξοδο από τον περιορισμό των αισθημάτων, από την τυραννία των αισθήσεων. Φεύγει όταν και όποτε το θελήσει. Συναντά την Ποίηση έξω απ’ τον κόσμο αυτόν. Της παραδίνεται. Από την ένωσή τους έρχονται στον κόσμο αυτόν τα λόγια και λίγο απ’ τις σιωπές τους. Διότι τον άλλο δεν μπορούν ή δεν τολμούν να τον αντικρίσουν όποιοι έξω απ’ τη σχέση αυτή της μοναδικότητας, έξω απ’ τον ασκητισμό της απάρνησης, δεν είναι έτοιμοι, δεν είναι πρόθυμοι να τον ζήσουν.

Κι είναι ο χρόνος μια μεγάλη εκκλησία, μ’ ακούς

Ο χρόνος που καθαγιάζει. Ο χρόνος που γλύφει και λαξεύει, που θάβει για να αναστήσει. Μέσα απ’ το σκοτάδι του ξαναγεννιούνται και αναφαίνονται αγιασμένα πια όσα άντεξαν. Στο διάστημα που κρύφτηκαν ο χρόνος γίνεται κριτής κι όταν πια ορθώνονται ενώπιόν του, έχουν γύρω τους την αύρα της αγιότητας. Τη βεβαιότητα του πλέον αμετάκλητα αιώνιου. Ο Ελύτης βιώνει το θάνατο μέσα στο φθαρτό του σώμα. Εκσωματώνεται η ψυχή του, λες, και βλέπει. Βλέπει το θάνατο και την ανάσταση. Σαν τις φάσεις της σελήνης. Λίγο- λίγο θα χάνεται, λίγο- λίγο θα αυξάνει. Μέχρι πια να φτάσει να γίνει πανσέληνος. Βλέπει, προβλέπει το πέρασμά του από το τώρα στον αιώνα. Από το εδώ στο παντού και στο πάντοτε. Είναι αποφασισμένος την Ποίηση που του τάχθηκε, τη μοίρα που του τάχθηκε την ελάχιστη μες στο άπειρο, τη συμπαντική όμως γι’ αυτόν, να την πάρει μαζί του. Η ποίηση του, τα λόγια του, θα μείνουν πίσω. Την Ποίηση όμως θα την πάρει μαζί του στην πορεία προς το διάφανο. Όχι τα ποιήματα. Αλλά την Ποίηση. Τη ματιά που του ορίστηκε πάνω στον κόσμο. Τη μοναδική κι ανεπανάληπτη.

Για σένα

Η μοναξιά είναι για τον ποιητή ό, τι ο αέρας και το νερό για το λουλούδι. Μέσα στη μοναξιά ανθίζει η ποίηση. Από τη μοναξιά του ποιητή κραταιώνεται. Μέσα στους κόλπους της μοναχικότητας και μόνο βρίσκει τη δύναμη ο ποιητής να αντιπαρατεθεί στο μεγάλο του αντίπαλο: στον εαυτό του. Να βρει τον πιο μεγάλο του σύμμαχο: τον εαυτό του πάλι.

Μόνος ξεκινά κανείς μέσα στην ποίηση, για να συντελεστεί το μέγα μυστήριο της ένωσης με τον άλλο. Τον κάθε άλλο. Τον εδώ ή τον πέρα. Τον εντός μας και το δίπλα μας. Για να του ψιθυρίσουμε αλήθειες και όνειρα. Για να γυμνωθεί ο ποιητής ως την άκρα ταπείνωση. Να εισπράξει την απροσμέτρητη ανταμοιβή. Τη μέθεξη στο θαύμα. Είναι αυτή η πράξη του αντάρτη και υποταχτικού μαζί. Πράξη νομιμοφροσύνης και αντιπαράθεσης. Πρώτα και κύρια με το παρελθόν. Με τους προγόνους. Ποιητές και μη.

Για σένα έχω μιλήσει σε καιρούς παλιούς

Με σοφές παραμάνες και μ’ αντάρτες απόμαχους

Είναι το παρελθόν που καθοδηγεί, που δίνει στον ποιητή τα υλικά και την προαιώνια δύναμη να ανδρωθεί για να ορθωθεί και να το νικήσει. Να πατήσει πάνω σε χνάρια παλιά, να αφήσει ίχνη δικά του. Αλλά μόνος. Σ’ αυτόν τον αγώνα δεν υπάρχει συνοδοιπόρος. Μόνο στοιχειά, που άλλοτε τον κατευοδώνουν κι άλλοτε τον καταδιώκουν. Στο βάθος η Ποίηση πάντα κραταιά τον περιμένει, για να του δώσει όχι αγάπη, αλλά ταραχή κι αντάρα. Τέτοια ζωή, στα άκρα.

Τα  υλικά της πρώτης, πρωταρχικής, κι όμως αιώνιας Ποίησης. Τα υλικά της αθωότητας. Ένας τόπος να χτίσει ο Ελύτης το ποιητικό του σύμπαν. Να το κατοικήσει. Μια γη αρχαία όσο κι η θύμηση, όσο η σκέψη, όσο η αγάπη των δύο. Που φωλιάζει μέσα σ’ ένα «μας». Ανάμεσα στο «εγώ» και το «εσύ» του έρωτα. Ενός έρωτα του ποιητή για την Ποίηση. Σε αντιδιαστολή, μεταφέρουμε, εδώ, έναν πιθανό ποιητικό διάλογο μεταξύ του Ελύτη και του Ντίνου Χριστιανόπουλου. Μία ποιητική ανταλλαγή στίχων και λόγων που ματώνουν.

ΕΚΕΙΝΟΙ ΠΟΥ ΜΑΣ ΠΑΙΔΕΨΑΝ (1955)

Εκείνοι που μας παίδεψαν βαραίνουν μέσα μας πιο πολύ

όμως η δική σου τρυφερότητα πόσον καιρό ακόμα θα βαστάξει;

‘Ο,τι μας γλύκανε, το ξέπλυνε ο χρόνος κι η συναλλαγή,

εκείνοι που μας χαμογέλασαν βουλιάξαν σε βαθιά πηγάδια

και μείναν μόνο εκείνοι που μας πλήγωσαν,

εκείνοι που αρνήθηκαν να τους υποταχτούμε.

Εκείνοι που μας παίδεψαν βαραίνουν πιο πολύ…

Η μεταμορφωτική, ποτέ παραμορφωτική, δύναμη της ποίησης αποκαλύφθηκε στον Ελύτη από πολύ νωρίς και καθόρισε-όπως σε όλους τους ποιητές μάρτυρες του θαύματος-την ιδιοσυγκρασία του, τόσο του ποιητή όσο και του ανθρώπου. Η θητεία του στον υπερρεαλισμό και η κατοπινή ώριμη αφομοίωση των δογμάτων του, τον βοήθησε, όπως κι ο ίδιος συχνά ομολογούσε, να ξαναδεί τον κόσμο απ’ αρχής, να τον μεταστοιχειώσει, να τον αντικρίσει με πρωτοφανέρωτη ελευθερία. Έτσι παύει πια να κοιτάζει απλώς τα πράγματα. Τα παρατηρεί. Τα αναβαπτίζει με το βλέμμα του. Κείνα ξαναπαίρνουν την αναπαρθενεμένη τους μορφή, ή απλώς αποκαλύπτουν την αιώνια, άφθαρτη, αρχετυπική μορφή που είχαν πάντα.

Μέσα στους κόλπους του νου συντελούνται τα πιο παράδοξα, κι όμως τα πιο απλά κι αληθινά φαινόμενα. Εκεί εδράζεται η πιο επαναστατική κι ωστόσο απόλυτα έλλογη λειτουργία της δημιουργίας. Μόνο που πρόκειται για μια λογική που δεν τέμνεται με την κοινή λογική που αναπτύσσεται σχηματίζοντας μιαν αντίστοιχη παράλληλη πραγματικότητα. Δεν χρειάζεται να αρνηθεί κανείς την πραγματικότητα που ζει για να την αντικρίσει. Αρκεί μια γενναία και μαζί αθώα βουτιά κάτω από την επιφάνεια του νερού για να δει. Να θέλει και να τολμήσει να γίνει μάρτυρας στο θαύμα.

Στον Παράδεισο

Αν ο άνθρωπος είναι έκπτωτος του Παραδείσου, τότε σε όλη του τη ζωή αναζητά αυτόν το χαμένο Παράδεισο. Αν ο ποιητής είναι ευλογημένος ή καταδικασμένος να μπαινοβγαίνει στον Παράδεισο, παίρνοντας μαζί του κλεφτές ματιές από την ωραιότητα και τη γαλήνη του, τότε σε όλη του τη ζωή μοχθεί να τον κατοικήσει.

Η πορεία ενός ποιητή μέσα στην Ποίηση είναι η αναζήτηση αυτής της χαμένης Εδέμ που θα του χαρίσει την αιώνια γαλήνη, την απόλυτη ένωση με τις κοσμικές δυνάμεις που επικαλείται και που τις μεταστοιχειώνει σε λόγια γράφοντας. Δεν αποβλέπει-δεν ωφελεί να αποβλέπει-ο ποιητής στον κόσμο αυτόν. Καμία αναγνώριση και καμία διάκριση δε θα του εξασφαλίσουν την είσοδο στο χαμένο Παράδεισο. Όλα είναι εκεί. Ο ίδιος του ο εαυτός, που τον αναμένει να ενωθούν. Ο ποιητής μοχθεί. Σκάβει και σκάβει προς τον ουρανό.

Ο Παράδεισος στην ποίηση του Ελύτη ταυτίζεται με την ιδέα του ποιητικού σύμπαντος, της ιδανικής πραγματικότητας, παράλληλης με αυτήν που βιώνει και που μοιράζεται με όλους τους άλλους ανθρώπους, ποιητές και μη. Είναι η απόμακρη εκείνη ιδέα που συμπυκνώνει μέσα της όλα τα αρχέτυπα της ωραιότητας και της αλήθειας. Ο κάθε ποιητής έχει πλάσει το δικό του Παράδεισο. Ο Παράδεισος του Ελύτη, είναι εδώ, είναι τώρα, είναι καλύτερα, παντού και είναι πάντα. Μόνο που πρέπει να εισέλθει κανείς αφήνοντας πίσω του την ύπαρξή του ακέραια. Πρέπει να απεκδυθεί τον εαυτό του και να περάσει μέσα στην ουσία της ίδιας της ύπαρξης. Στο αιώνιο και άφθαρτο.

Η κοινωνία αυτής της άλλης πραγματικότητας είναι που κάνει τον ποιητή κάποιες φορές απόμακρο, ερμητικό ή δυσπροσάρμοστο. Αρκείται να μεταφέρει, όταν το κατορθώνει, ανεπαίσθητα αγγίγματα και να υποψιάζει μόνο με τα λόγια του για την πληρότητα και την ολότητα που είδε στον Παράδεισο.

Αυτόν τον Παράδεισο θέλει να μοιραστεί ο Ελύτης μέσα από Το Μονόγραμμα. Εκεί συναντά την αιώνια αγαπημένη του. Μέσα στον Παράδεισο αυτόν μπορεί να σμίξει μαζί της στην απόλυτη ουσία της ένωσης. Ένωση όχι του νου ή της ψυχής, μα ένωση της ύπαρξης. Της ουσίας της ποιητικής. Ξέρει πως αυτό είναι ανέφικτο, αφού η Ποίηση ως σκέψη και ως πράξη θα απομείνει εδώ μετά από τη δική του μετάσταση.

Τραγικό ή γκροτέσκο;*

Η παρατήρηση του Μωρίς Ρενιώ «η απουσία τραγωδίας σ’ έναν τραγικό κόσμο γεννάει το κωμικό», φαινομενικά μόνον είναι παράδοξη. Το γκροτέσκο υπάρχει σ’ έναν τραγικό κόσμο. Το τραγικό όραμα και το γκροτέσκο όραμα του κόσμου απαρτίζονται, θαρρείς, από τα ίδια στοιχεία. Τόσο στο τραγικό, όσο και στο γκροτέσκο κόσμο, οι καταστάσεις επιβάλλονται, είναι αναγκαίες και αναπόφευκτες. Η ελευθερία της εκλογής και απόφασης εξαρτώνται από αυτές τις καταστάσεις.

Σε μια τέτοια αναγκαστική, επιβεβλημένη κατάσταση, ο τραγικός ήρωας και ο γκροτέσκος αυτουργός χάνουν πάντοτε στη μάχη τους το απόλυτο. Η ήττα του τραγικού ήρωα είναι μια επιβεβαίωση και αναγνώριση του απόλυτου. Η ήττα του γκροτέσκου αυτουργού ισοδυναμεί με χλευασμό και αποϊέρωση του απόλυτου.

Το απόλυτο μεταμορφώνεται σ’ έναν τυφλό μηχανισμό, σ’ ένα είδος αυτόματο. Δε χλευάζεται μόνον ο δήμιος αλλά και το θύμα, που πίστεψε στη δικαιοσύνη του δήμιου, που τον ανύψωσε σε απόλυτο. Το ίδιο το θύμα καθαγίασε το δήμιο καθώς παραδέχθηκε ότι είναι θύμα.

Στην τελευταία περίπτωση η τραγωδία είναι μια κρίση της ανθρώπινης μοίρας, ένα μέτρο του απόλυτου. Το γκροτέσκο είναι μια κριτική του απόλυτου εν ονόματι της αδύναμης ανθρώπινης εμπειρίας. Γι’ αυτό η τραγωδία φέρνει την κάθαρση, ενώ το γκροτέσκο δεν χαρίζει καμία παρηγοριά. Η τραγική κατάσταση μετατρέπεται σε γκροτέσκα, όταν και οι δύο εναλλακτικές λύσεις της αναγκαστικής εκλογής είναι παράλογες, ανεπαρκείς ή συμβιβαστικές. Ο ήρωας πρέπει να παίζει, έστω και αν το παιχνίδι είναι σκάρτο. Κάθε λύση είναι κακή, αλλά του απαγορεύεται να πετάξει τα χαρτιά του. Γιατί και αυτό είναι εξίσου μια λύση. Μια κακή λύση.

Ο κόσμος του τραγικού και ο κόσμος του γκροτέσκου έχουν όμοια δομή. Το γκροτέσκο παίρνει τα θέματα της τραγωδίας και θέτει τα ίδια θεμελιακά ερωτήματα. Μόνον οι απαντήσεις του είναι διαφορετικές.

Σ’ αυτή τη διένεξη ανάμεσα στην τραγική και τη γκροτέσκα ερμηνεία της ανθρώπινης κατάστασης, ξαναβρίσκουμε την αιώνια σύγκρουση ανάμεσα σε δύο φιλοσοφικές και σε δύο αντιλήψεις της ζωής, τον ανταγωνισμό ανάμεσα σε δύο θεμελιακές στάσεις, που ο Πολωνός φιλόσοφος Λέσζεκ Κολακόβσκι τις χαρακτηρίζει σαν τον αγεφύρωτο ανταγωνισμό ανάμεσα στον παπά και τον παλιάτσο.

Ανάμεσα στην τραγωδία και το γκροτέσκο υπάρχει η ίδια διένεξη υπέρ ή κατά της εσχατολογίας, υπέρ ή κατά της πίστης στο απόλυτο, υπέρ ή κατά της ελπίδας πως θα δοθεί οριστική λύση στην αντίθεση ανάμεσα στην τάξη των αξιών και την τάξη της πράξης. Η τραγωδία είναι το θέατρο του παπά. Το γκροτέσκο είναι το θέατρο του παλιάτσου.

  • Γιαν Κοτ, Σαίξπηρ ο Σύγχρονος μας, εκδόσεις ΗΡΙΔΑΝΟΣ

Related Articles

Δείτε επίσης
Close
Back to top button