ΑφιέρωμαΜουσικήΤέχνες
Trending

Οίνωψ πόντος

Ο Όμηρος χρησιμοποίησε τις λέξεις του τίτλου για να περιγράψει τη θάλασσα όταν βασιλεύει ο ήλιος και η στήλη βρίσκει την αφορμή για να προσδιορίσει το αποτύπωμα του Τάκη Μουσαφίρη στο ελληνικό τραγούδι.

Απόγνωση σε άριστη κατάσταση και ευρύχωρο αδιέξοδο σε τιμές ευκαιρίας. Χρόνος αμεταχείριστος. Αμφορείς του μυστηρίου. Μερικές ιδέες για την πορεία 35 χρόνων στα πάλκα, επί σκηνής ή στα παρασκήνια και τους διαδρόμους των δισκογραφικών εταιριών.

Οι βάρδοι από τις φτωχογειτονιές, ζουν το μεγάλο όνειρο. Η αυθεντικότητα της λαϊκής καταγωγής και η απόδοση λατρείας. Καλούνται να μιλάνε λίγο και να τραγουδάνε πολύ. Όσα, βέβαια, είναι σε θέση να κατανοήσουν. Βαθιά σπαρακτικές ερμηνείες. Ο Κοντολάζος και ο Αντύπας. Ο Πάριος, για τον οποίο ο Χορν έλεγε ότι οι νέοι ηθοποιοί έπρεπε να ακούν για να παίρνουν μαθήματα ορθοφωνίας και δραματικότητας και η Χάρις Αλεξίου, πως έκανε τη Θήβα που δεν έχει θάλασσα, να χορεύει νησιώτικα!

Ο θαυμασμός εμπεριέχει τη δημιουργική αμηχανία. Να έρθουν στην επιφάνεια επιθυμίες και η ευαισθησία. Η τραγουδίστρια που εξέφρασε τα “μέσα” του, τη ψυχή του ήταν η Πίτσα Παπαδοπούλου, λέει ο Τάκης Μουσαφίρης. Ότι ήταν για εκείνον και ο Μητροπάνος. Τους αποκαλούσε ιερά πρόσωπα. Μέσω της φωνής ενός άλλου έπρεπε να περάσει τη μελωδία και να την πάει στα σύννεφα. Έψαχνε να βρει ερμηνευτές να πουν το τραγούδι και όχι να το δαγκώσει. Για το δημιουργό οι κορυφαίοι πέντε ήταν οι Μητροπάνος, Καζαντζίδης, Γαβαλάς, Διονυσίου, Αγγελόπουλος. Κοντά σε εκείνους, η Πίτσα Παπαδοπούλου, η Ρίτα Σακελλαρίου και η Δούκισσα.

Λαθραίο όνειρο. Το γεγονός της μοναξιάς, παρελήφθη σε ένα φάκελο με τη σιωπή. Ονόματα γραμμένα με λήθη και ένας αδιέξοδος δρόμος. Ερωτικός πόνος και θυσία. Ανεκπλήρωτοι έρωτες και ποτά. Η μεγάλη συλλογική συντροφιά. Η στάλα της απόστασης για να αγγίξεις την πληγή. Η πεισματική πρόκληση της ονειροπόλησης.

Ο μολυβένιος ουρανός, σαν το βραδινό μουσικό κέντρο Stork στον Άγιο Κοσμά, με 1400-1500 άτομα χωρητικότητα. Η μόδα, με παντελόνια καμπάνες και μεγάλους γιακάδες. Τα τραγούδια του Τάκη Μουσαφίρη από τη διανόηση της εποχής θεωρούνταν φτηνά κατασκευάσματα της μιας σεζόν και σκυλάδικα. Τραγούδια σε σκόρπια χαρτιά, πίσω από πακέτα με τσιγάρα ή πεταμένα στα πίσω καθίσματα της λευκής, παλιάς Μερσεντές του.

Το παράπονο του Σπύρου Παπαβασιλείου και του Τάκη Μουσαφίρη ήταν ότι τα τραγούδια τους από τον κύκλο των κουλτουριάρηδων δεν αναγνωρίστηκαν, τα περιβόητα φτηνά σουξέ που όλοι ξόρκιζαν και κατηγορούσαν. Βρήκαν απήχηση στον κόσμο μέσα από τις διηγήσεις θαμώνων στα λαϊκά κέντρα και από τις πληρωμένες εκπομπές των δισκογραφικών στο κρατικό ραδιόφωνο. Η καταξίωση από στόμα σε στόμα και το σημάδι της διαχρονικότητας, με το πέρασμα των χρόνων! Το κερί για να μη χάνεσαι στο σκοτάδι.

Ο Δημήτρης Μητροπάνος μόλις γύρισε από φαντάρος έψαχνε για δουλειά. Ο γαμπρός του τον οδηγεί σε μια ταβέρνα στην Πλάκα. Εκεί συναντά το Μουσαφίρη, στη δεύτερη χρονιά του συνθέτη στην Αθήνα, από τα Γιάννενα. Μίλαγε τη βλάχικη γλώσσα και κάπως έτσι έσπασε ο πάγος με τη μητέρα του Μητροπάνου και έγιναν οικογένεια.

Ο Τάκης Μουσαφίρης εργαζόταν απομονωμένος σε ένα δυάρι στο Κουκάκι. Τα χαράματα έκανε ενορχηστρώσεις και την επόμενη ημέρα ηχογραφούσε, ενώ, την προηγούμενη νύχτα ήταν ικανός να γράψει έναν ολόκληρο δίσκο με στίχους και μουσική.

Το τραγούδι “Σε μια στίβα καλαμιές” το εμπνεύστηκε όταν παρατηρούσε ένα παγκάκι στο κέντρο της Αθήνας και έβλεπε χρήστες ναρκωτικών ουσιών να χαραμίζουν τα χρόνια τους με τις σύριγγες.

Το σουξέ δεν είναι καλό ή κακό τραγούδι. Είναι ειδικό τραγούδι και σαν ειδικό τραγούδι μπορεί να είναι ή καλό ή κακό. Ο Μουσαφίρης παρήγαγε τραγούδια άμεσης κατανάλωσης. Υποτιμητικά τα χαρακτήριζαν, τραγούδια-σλόγκαν. Έβρισκε τη λέξη που θα κυριολεκτεί αλλά δεν θα κάνει ομοιοκαταληξία στο λόγο του και θα πειράξει τον ακροατή. Για να νιώσει και να αισθανθεί πως γράφτηκε για εκείνον. Ο Μητροπάνος έλεγε πως πολλές φορές ο Μουσαφίρης αναγκαζόταν να αλλάξει στούντιο για να ηχογραφήσει με άλλον τραγουδιστή, την ίδια στιγμή, ενώ παράλληλα έγραφε το δίσκο ενός τρίτου. Χαριτολογώντας, τον έστελναν για διακοπές!

Ο λόγος του Μουσαφίρη στην πρώτη δεκαετία του, από τέλη 1960 έως 1979 ήταν περισσότερο ποιητικός και όχι τόσο προσανατολισμένος στο τραγούδι πίστας. Τα ζεϊμπέκικα είχαν το αρνητικό πρόσημο αναφοράς ως ρυθμοί για πεινασμένους. Ο Μουσαφίρης επέμενε στον άμεσο λόγο και στον εύληπτο για τον ακροατή ρυθμό. Ίσως, ήταν το λαϊκό πλέγμα της εποχής ή η αμηχανία απέναντι στην εκφραστική δυναμική του Μητροπάνου που παρέσυρε σαν κύμα και έκανε τόσο δημοφιλή εκείνα τα τραγούδια.

Το 1984 γράφει πιο κοινωνικούς στίχους στο δίσκο “Άλλη μια μέρα”, με διαφορετικό ερμηνευτικό οπλοστάσιο και με επικεφαλής μιας ομάδας σπουδαίων τραγουδιστών, το Δημήτρη Μητροπάνο. Η συναυλία στο Λυκαβηττό ήταν το κύκνειο άσμα της διαρκούς συνεργασίας του Τάκη Μουσαφίρη, στη δισκογραφία με τον αγαπημένο του τραγουδιστή. Λαϊκά είναι τα τραγούδια που μας ακουμπάνε και όχι εκείνα που μας αρέσουν. Στην εκπομπή “Στην υγειά μας” ο Τάκης Μουσαφίρης δίνει ένα τραγούδι στο Μητροπάνο, αφιερωμένο στη μνήμη του Λαϊκού Βάρδου, Πάνου Γεραμάνη. Δυστυχώς, δεν συμπεριελήφθη σε κανένα δίσκο.

Με το Μητροπάνο, έκαναν 50 και κάτι τα τραγούδια, σε 35 έτη. Στα χρόνια της δεκαετίας του 1990, συγκεκριμένα, το 1995 ο Μουσαφίρης αποσύρεται από τη δισκογραφική παραγωγή, γράφοντας ένα δίσκο με τον Αντύπα. Το “Άκου”, πιθανότατα το τραγούδι με τη μεγαλύτερη εμβέλεια στη συνεργασία Μουσαφίρη και Μητροπάνου ακούστηκε σε μεταγενέστερες εκτελέσεις, πολλές άνοιξες μετά την πρώτη ακρόαση και έγινε γνωστό χάρη και τις συναυλιακές ηχογραφήσεις.

«Είδα στον ύπνο μια βραδιά, το Βαμβακάρη, ρε παιδιά, να λέει τη «Φραγκοσυριανή» και μού ‘δωσε μια συμβουλή./ Άμα σε δέρνει η μοναξιά/ σε κυνηγάει κι ο νόμος/ ένα βαρύ ζεϊμπέκικο και λησμονιέται ο πόνος» : Το ‘γραψε ο Τάκης Μουσαφίρης, αρχές του ’80. Για τη Ρίτα Σακελλαρίου.

Related Articles

Δείτε επίσης
Close
Back to top button